www.mariakyprianou.com

Η προσωπική ιστοσελίδα της ζωγράφου και γλύπτριας Μαρίας Κυπριανού


 
 
ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Μαρία Κυπριανού

Κυπριακής καταγωγής, απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. και της Α.Σ.Κ.Τ. Αθηνών, ζωγράφος και γλύπτρια, εκπρόσωπος της Ελλάδας σε σημαντικές διεθνείς διοργανώσεις με ζηλευτές διακρίσεις, η Μαρία Κυπριανού προσεγγίζει εικαστικά την καθημερινότητα μέσα από αρχετυπικές αναφορές, σκαλίσματα του υποσυνειδήτου, συνειρμούς και αλληγορίες.

Η Μαρία Κυπριανού είναι διακεκριμένη εικαστική δημιουργός. Γεννήθηκε στη Βασιλεία Κυρήνειας της Κύπρου. Σπούδασε Ζωγραφική στην Α.Σ.Κ.Τ. Θεσσαλονίκης και της απονεμήθηκε (intergrated master) με κατεύθυνση Ζωγραφική, καθώς σπούδασε και Γλυπτική στην Α.Σ.Κ.Τ. Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα και της απονεμήθηκε (intergrated master) με κατεύθυνση Γλυπτική.

Το 1999, λόγω της σημαντικότητας των έργων της, έλαβε βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών, για διαπρέποντα Έλληνα γλύπτη από τους νεότερους. Το 2001, τα έργα της επιλέχτηκαν στην ομάδα εκπροσώπησης του Ελληνικού Εθνικού Περιπτέρου που πήρε μέρος στην 5η Διεθνή Biennale της Sharjah (Πολιτιστικής Πρωτεύουσας του Αραβικού Κόσμου), όπου η Ελλάδα κατέκτησε το Α΄ Παγκόσμιο Βραβείο, ανάμεσα σε 80 χώρες. Στο ενεργητικό της έχει ήδη δεκαπέντε ατομικές εκθέσεις και αρκετές συμμετοχές σε ομαδικές παρουσιάσεις. Έργα της βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το Εξωτερικό.

Από τις πρώτες «Εγκαταστάσεις» (installations) στον χώρο, που πραγματοποίησε η Μαρία Κυπριανού με τα γλυπτά της, φανέρωσε πως το ενδιαφέρον της περιστρεφόταν γύρω από την ανοιχτή φόρμα.

Στα σχέδια και στην ζωγραφική της, που είναι φιλοτεχνημένα με διάφορους τόνους σινικής μελάνης και μεικτή τεχνική, τα οποία με φωτοφόρες «Eγκαταστάσεις» (installations) στις εκθέσεις της παρουσιάζει, γίνεται αντιληπτό ότι η προσοχή της εστιάζεται γύρω από την εξπρεσιονιστική και χειρονομιακή γραφή στον χώρο.

Στις επιφάνειες των χαρτιών της αποτυπώνει τις αφαιρετικές και ρευστές, τις πλεγματώδεις και μεταποιημένες σχέσεις του «εγώ» στην συνάντησή του με τον κόσμο. Έναν κόσμο που αφορά αφενός στις διαδρομές των καταβυθίσεων του ατόμου στο υποσυνείδητο και στην αναμόχλευση των εικόνων και παρακαταθηκών που έχει συγκρατήσει η μνήμη, αφετέρου στις αλλαγές που καθημερινά βιώνει η συνείδηση στις συναντήσεις και συναρτήσεις της με την πραγματικότητα.

Η Μαρία Κυπριανού, εκτός της ζωγραφικής, έχει σπουδάσει γλυπτική και κεραμική. Η διαφορά στην διαπραγμάτευση της φόρμας ανάμεσα στην γλυπτική και στην κεραμική, είναι ότι στη μεν γλυπτική η φόρμα μέσω του διαμορφωνόμενου όγκου της διεκδικεί χώρο στο περιβάλλον όπου κάθε φορά παρουσιάζεται. Στην κεραμική ωστόσο το πλάσιμο της φόρμας λειτουργεί ως σύνορο ή κέλυφος ανάμεσα στον εσωτερικό και στον εξωτερικό χώρο, ανάμεσα επίσης σ’ ένα υποθετικό επιστητό του «περιέχοντος» και «περιεχομένου» της. Η φόρμα μετατρέπεται σε νοητή γραμμή που ισοδυναμεί με την γραμμή ενός κλάσματος, το οποίο τόσο στον αριθμητή όσο και στον παρονομαστή του, μεταφέρει και μετουσιώνει δυνάμεις και εξασκούμενες εντάσεις, τις οποίες η καλλιτέχνης έχει ήδη από τα πρώιμά της σχέδια υποδείξει στην ζωγραφική της.

Η απελευθερωμένη πινελιά στα ζωγραφικά έργα της, γίνεται ανιχνευτικό μέσον και διασυνδετικός κρίκος συνείδησης και υποσυνειδήτου, αρχετύπων και εικόνων της μνήμης, αισθήσεων και εξελισσόμενης δράσης, που διεκδικεί να συνενώσει επιφάνειες και βάθος πεδίου, μέσα από τις λαβυρινθώδεις και χειρονομιακές περιπέτειες που η «αφήγηση» της γραμμής ακολουθεί. Η γέννηση, ο έρωτας, η μεταμόρφωση και η συνένωση των αντιθέσεων που βασίζεται σ’ ένα ζωογόνο και ρυθμικό στοιχείο, παρουσιάζονται ως μορφοποιητικές ενέργειες με εντάσεις και υφέσεις. Μέσα από αυτές γεννάται ο χώρος και το φως που προσδιορίζουν την στρωματογραφία της πύκνωσης ή της αραίωσης κάθε φορά του πλέγματος της συγκεκριμένης «αφήγησης».

Αισθήσεις και μεταισθήσεις του ορατού, αλληγορίες και αινίγματα της καθημερινότητας, έρχονται να προστεθούν στην διαμόρφωση του χάρτη των διαδρομών που φανερώνουν τα «τοπία» της Μαρίας Κυπριανού, τα οποία παρουσιάζονται ως «πρόσωπα» ή personae της πραγματικότητας. Το βλέμμα, μέσα από ένα υποβλητικό «περιβάλλον», υποχρεώνεται να δαιδαλωθεί, ακολουθώντας θαρρείς μια πορεία ανάμεσα σε δασώδης λόχμες ή στα φυλλώματα και τα κλαδιά των δέντρων, όπου το σκοτάδι, οι σκιές, τα ημίφωτα και τα ξέφωτα πρωταγωνιστούν, επιζητώντας να φανερώσουν, να υποδείξουν και ταυτοχρόνως να υποκρύψουν τις συλλαβές και τα θραύσματα, τις οσμώσεις και τις μεταβολές μιας ρευστής ύλης που συνεχώς και καλειδοσκοπικά αναδιατάσσεται.

Ουσιαστικά πρόκειται για μια σειρά μεταμορφώσεων και αναπροσδιορισμών που γεννά αλλά και που υφίσταται το άτομο – ως «εγώ» και ταυτοχρόνως ως «ετερότητα» – στην προσπάθειά του να χαράξει το καινούριο του παρόν, ανάμεσα σε διαρκείς κατοχυρώσεις, διεκδικήσεις και απασφαλίσεις που διενεργούνται απ’ το συνειδητό και το υποσυνείδητο, καθώς χαράσσουν τις διαδρομές ανάμεσα στο χθες και στο κάθε αύριο που ξημερώνει.

Η Μαρία Κυπριανού, στην συνομιλία της ανάμεσα στην στιγμή και στην διάρκεια, στις αλληλουχίες και στις συνεχόμενες αναπλάσεις που επιχειρεί δια μέσου της ανοιχτής της φόρμας, φανερώνει την ίδια την διαμεσότητα. Μια διαμεσότητα που μεγεθύνεται και φωτίζεται, παρουσιάζοντας την λειτουργία των συνειρμών, σε έργα αυτοτελή και αυτοδύναμα, των οποίων μέρη μπορούν να διαμορφώσουν κομβικά σημεία σ’ ένα χωροτακτικό πλέγμα μιας αστικής μεγαλούπολης. Οι μικρογραφίες παρουσιάζονται και ως μεγαλογραφίες μέσα από τα μεγεθυμένα τους φωτιζόμενα αναπτύγματα. Το πλέγμα της γραφής τους παρεμβατικά απλώνεται στο μεγαλύτερο πλέγμα μιας πόλης, προσφέροντάς της κάθε φορά και ένα νέο προσανατολισμό που διαρκώς ωστόσο ανατρέπεται, αφ’ ης στιγμής δράσεις, ενέργειες και λειτουργίες συνεχώς αλλάζουν, όπως αλλάζουν οι καταστάσεις και τα φαινόμενα, οι εντυπώσεις και οι μνήμες, τα οικεία και τα ανοίκεια, οι συμβάσεις και οι παραδοξότητες, οι χρόνοι και ο καιρός, την στιγμή που η ενεργητική φωνή του ρεύματος της ύπαρξης γίνεται παθητική και αντιστρόφως, σε μια αέναη διελκυστίνδα.

Αθηνά Σχινά

Κριτικός και Ιστορικός Τέχνης

 


 

Μαρία Κυπριανού

Η Μαρία Κυπριανού εμφανίστηκε στον χώρο των Εικαστικών τεχνών, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχοντας τελειώσει τις σπουδές της στη ζωγραφική και στη γλυπτική. Τα πρώτα δημιουργικά της εναύσματα, τα άντλησε από τη φύση και την πολιτισμική παράδοση, χρησιμοποιώντας διαλεκτικά ορισμένα στοιχεία της ή μοτίβα, τα οποία αναμόρφωσε με βάση μια προσωπική δική της αισθητική αντίληψη. Ο προβληματισμός της επικεντρώθηκε γύρω από την αναγωγή και διαπραγμάτευση αρχετύπων που σχετίζονται με την γέννηση, τον έρωτα, την μεταμόρφωση, την συνένωση των αντιθέσεων, και το ρυθμικό στοιχείο που είναι ζωογόνο και καθοριστικό στα έργα της.

Από τα πρώτα γλυπτά της που διακρίθηκαν, σε κεραμικό υλικό, ήταν τα γιγαντικά της σέπαλα σε μεγάλους ύπερους, τα οποία παράπεμπαν στην βλάστηση και στην αναγέννηση της ζωής που εμφανίζεται μέσα από τους σπόρους.

Η συγκεκριμένη εκείνη «εγκατάσταση» (Installation) που μετέδιδε την αίσθηση μιας αέναης κίνησης, και μιας συνομιλίας του κενού με το συμπαγές, της επιθετικότητάς με την ύφεση, του εσωτερικού κοίλου της μορφής με το εξωτερικό κυρτό της κέλυφος, διεμήνυε παραλλήλως για την διαλεκτική δύναμη της παρουσίας με την απουσία, της πραγματικότητας με την μνήμη, της εντύπωσης με την μεταίσθηση που αφήνουν πίσω τους τα γεγονότα.

Στον τομέα της ζωγραφικής η εικαστική χειρονομία της Μαρίας Κυπριανού αποτυπωνόμενη στο χαρτί, δημιουργούσε σύνολα στα οποία ο χώρος νοηματοδοτούσε τις ρευστές μορφοποιήσεις του πεδίου από τις εντάσεις και τις υφέσεις του φωτός και των σκιάσεων, στις εξπρεσιονιστικές της κατά τα άλλα μελανοχραφίες της, που ανάλογα με τα μεγέθη που αποκτούσαν άλλαζαν χροιά, υφή και χαρακτήρα, καθώς μετασχηματίζονταν σε αυτονομημένες και αφαιρετικές γραφές ενός φαντασιακού «τοπίου» δρομολογίων και περιπετειών αυτής καθεαυτής της χειρονομίας.

Η Μαρία Κυπριανού συνεχώς πειραματίζεται με νέους τρόπους και υλικά, εκφράζοντας τους προ-λογικούς συνειρμούς μιας συνείδησης που διαρκώς διερωτάται γύρω από τη φύση του χώρου και του χρόνου που συνεχώς μεταμορφώνει την οργανική σε ανόργανη ύλη και αντιστρόφως. Αίσθησης και μεταίσθησης, αλληγορίας και αινίγματα της καθημερινότητας διεκδικούν την παρουσία τους, ανατρέποντας τις συμβάσεις και επιζητώντας την διαμόρφωση ενός νέου λεξιλογίου που ορίζει τον καινούριο κόσμο ως μια σειρά απασφαλίσεων του οικείου και γνωστού ενώ ταυτοχρόνως αναθεωρούνται όλες οι συμβάσεις.

Αθηνά Σχινά

Κριτικός και Ιστορικός Τέχνης

 

 


 

 

 

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

 

ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Copyright 1988-2023: Maria Kyprianou